ΑΥΤΟΣΧΕΔΙΑΖΟΥΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΕ ΤΕΡΑΣΤΙΟΥΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ-Η ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΟΙΕΛΕ

ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ

Η Ομοσπονδία Ιδιωτικών Εκπαιδευτικών Ελλάδας με τις τοποθετήσεις των εκπροσώπων της στο Συμβούλιο Πρωτοβάθμιας & Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (ΣΠΔΕ) του ΕΣΥΠ, έχει καταστήσει σαφές ότι η ποιοτική αναβάθμιση του εκπαιδευτικού συστήματος δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς τη διατύπωση ενός λιτού, σαφούς, ενιαίου (δημόσιου & ιδιωτικού τομέα) και με όραμα στρατηγικού σχεδιασμού για την εκπαίδευση.
Ο σχεδιασμός αυτός, που διατυπώνεται στα βασικά ποιοτικά και ποσοτικά του χαρακτηριστικά από το Εθνικό Συμβούλιο Παιδείας, θα καθορίσει με σαφήνεια το πλαίσιο λειτουργίας της εκπαιδευτικής διαδικασίας, την επάρκεια των πόρων (οικονομικών και ανθρώπινου δυναμικού) για τη λειτουργία της, τους βαθμούς ελευθερίας που πρέπει να εκχωρηθούν στις παραγωγικές μονάδες της εκπαίδευσης και στους εκπαιδευτικούς, και –κυρίως- θα περιγράψει τα εκπαιδευτικά αποτελέσματα που το κράτος οφείλει να εγγυηθεί σε κάθε πολίτη, σε κάθε μαθητή και μαθήτρια.
Στο πλαίσιο αυτό θα σχεδιαστούν τα προγράμματα σπουδών των βαθμίδων, αποβλέποντας στις βασικές αξίες, γνώσεις, δεξιότητες/ικανότητες και στάσεις που ολόκληρη η σχολική κοινότητα βιώνει στην καθημερινότητά της. Τα εκπαιδευτικά αποτελέσματα παράγονται στο ασφαλές, ανθρώπινο, με κατανόηση και αποδοχή περιβάλλον της σχολικής κοινότητας που με το δικό της τρόπο διαλέγεται και αναβαθμίζει τη λειτουργία της τοπικής κοινωνίας που την περιβάλλει.
Η περιγραφόμενη ποιότητα, ωστόσο, δεν μπορεί να κατατίθεται μόνο ως πρόθεση, αλλά πρέπει να διασφαλίζεται σε κάθε εκπαιδευτική μονάδα, σε κάθε γωνιά της χώρας. Ένα σύστημα διασφάλισης της ποιότητας, που μπορεί να ενημερώνει, να εκπαιδεύει, να επιμορφώνει, να εξειδικεύει το πρόβλημα, να επικουρεί και να εντοπίζει νέες ανάγκες και νέα προβλήματα, είναι σήμερα –περισσότερο από ποτέ- αναγκαίο. Η παρούσα κρίση, οικονομική, πολιτική, έντονα κοινωνική, αναδεικνύει νέες ανισότητες που διευρύνουν τις προϋπάρχουσες και τελματώνουν ένα ήδη μη καινοτόμο εκπαιδευτικό σύστημα. Το βάρος έχει άρρητα μετατοπιστεί στα νοικοκυριά, που πλέον δεν μπορούν να διαθέσουν επιπλέον πόρους για την εκπαίδευση των παιδιών τους. Τα νοικοκυριά αυτά έχουν ήδη αξιολογήσει την ελληνική εκπαίδευση ως μη αποτελεσματική είτε λόγω των ελλείψεών της, είτε λόγω υπηρεσιών που δεν πείθουν για την ποιότητα και την αποτελεσματικότητά τους. Αυτός είναι και ο λόγος που το φαινόμενο της «σκιώδους εκπαίδευσης» στη χώρα μας δεν αποτελεί απλώς παθογένεια, αλλά σημαντική παράλληλη «αγορά εκπαίδευσης» που σε πολλές περιπτώσεις υποκαθιστά πλήρως τη συνταγματικά κατοχυρωμένη δημόσια και δωρεάν εκπαίδευση.
Η άρνηση αναγνώρισης αυτών των προβλημάτων, τόσο στη δημόσια, όσο και στην ιδιωτική εκπαίδευση, δεν μπορεί πλέον να συνεχίζεται. Επί δύο χρόνια η ΟΙΕΛΕ μάχεται την αυθαιρεσία, την υποτίμηση των λειτουργών της εκπαίδευσης, την απειλή της απόλυσης, τη συστηματική πίεση για περικοπή των αμοιβών δασκάλων και καθηγητών. Οι ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί επί δεκαετίες και με πολλαπλούς τρόπους αξιολογούνται –συχνά άδικα και με λάθος κριτήρια, από εργοδότες, διευθυντές (που δεν αξιολογήθηκαν, αλλά υποδείχθηκαν από τον εργοδότη, όταν δεν είναι Διευθυντής ο ίδιος ο εργοδότης), γονείς και μαθητές. Γνωρίζουν τις υποχρεώσεις τους και ανταποκρίνονται χωρίς φόβο καθημερινά. Η ποιότητα ωστόσο της εκπαίδευσης, η καινοτομία, η ανάληψη πρωτοβουλίας και η δημιουργικότητα δεν διασφαλίζεται από ένα σύστημα αξιολόγησης συνδεδεμένο με μειώσεις μισθών, απολύσεις και καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος. Διασφαλίζεται από τη συλλογικότητα και τη σύνθεση ελεύθερων προσωπικοτήτων που εμπνέονται από τις αξίες της γνώσης, της επιστήμης και της τέχνης.
Μέχρι σήμερατέτοιο πλαίσιο συζήτησης για την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας της εκπαίδευσης δεν έχει τεθεί από τα πολιτικά κόμματα, και πολύ περισσότερο από τις εκάστοτε πολιτικές ηγεσίες του Υπουργείου Παιδείας. Σήμερα το Υπουργείο Παιδείας, ανακοίνωσε εσπευσμένα τις (αναλυτικότατες) προτάσεις που συνοδεύονται με συγκεκριμένους τύπους και φόρμες αξιολόγησης των εκπαιδευτικών. Το κείμενο είναι απολύτως σαφές ως προς τη μονόδρομη κατεύθυνση, περιγράφει κάθε φορά ποιά θέση ευθύνης πρέπει αξιολογεί και πώς τους υφιστάμενους (ο Διευθυντής και ο Σχολικός Σύμβουλος τους εκπαιδευτικούς, ο Διευθυντής εκπαίδευσης του Διευθυντές των Σχολικών Μονάδων κ.ο.κ). ποτέ αμφίδρομα (οι εκπαιδευτικοί τον Διευθυντή και το Σχολικό Σύμβουλο, οι Διευθυντές τον Διευθυντή Εκπαίδευσης, οι Σχολικοί Σύμβουλοι το Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής, οι Περιφερειακοί Διευθυντές Εκπαίδευσης τον Διευθυντή Εκπαίδευσης Πρωτοβάθμιας & Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης του Υπουργείου, και φυσικά οι Διευθυντές του Υπουργείου την πολιτική ηγεσία, που έχει –μέσα στο πυραμιδωτό σχήμα της εκπαίδευσης- την βασική επιλογή για την επάρκεια προγραμμάτων, σχολικών εγχειριδίων και του περιεχομένου τους, επάρκεια διδακτικού και διοικητικού προσωπικού). Γι αυτό και τα ερωτήματα είναι αμείλικτα: πάντα τα κόμματα και η εκάστοτε πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας εγκρίνει/ κατακρίνει ένα εγχειρίδιο διδασκαλίας. Αλήθεια, όμως, ποιος θα πρέπει να αξιολογηθεί για την κακή/καλή ποιότητα του εγχειριδίου του συγκεκριμένου μαθήματος:ο δάσκαλος που το δίδαξε ή η πολιτική ηγεσία που κάθε φορά το επέλεξε. Πώς, χωρίς ποιοτικά χαρακτηριστικά, θα τεκμηριωθεί η επιστημονική, διδακτική, παιδαγωγική επάρκεια ενός εκπαιδευτικού, όταν στις πλήρεις και αναλυτικές οδηγίες του εκάστοτε Παιδαγωγικού Ινστιτούτου δεν αναγνωρίζονται στον εκπαιδευτικό βαθμοί ελευθερίας. Ο κανόνας, γνωστός από 2009 στο Συμβούλιο Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, είναι σαφής: όλοι και όλα τα πρόσωπα (φυσικά & θεσμικά) μπορεί -και πρέπει- να αξιολογούνται, όχι επί των πάντων, αλλά επί της καλής/κακής χρήσης που έκαναν στους βαθμούς ελευθερίας που τους εμπιστεύτηκαν. Διαφορετικά, με μια αξιολόγηση του συρμού που μεταβιβάζει τα πάντα στον προηγούμενο, για την μη ποιοτική απόδοση του μεταπτυχιακού φοιτητή θα φταίει η νηπιαγωγός του 18 χρόνια πριν. Και τέλος: γιατί το Υπουργείο βιάζεται να περιγράψει το πώς θα αξιολογούνται οι εκπαιδευτικοί του Γενικού Λυκείου, ενώ ακόμα το δεν έχει νομοθετηθεί το Πρόγραμμα Σπουδών του; Η απάντηση είναι σαφής: επειδή το ενιαίο μισθολόγιο, που άκριτα ενέταξαν και τους ιδιωτικούς εκπαιδευτικούς χωρίς την αξιολόγηση δεν μπορεί να αποδώσει βαθμούς και μισθολογικά κλιμάκια, και επομένως δεν μπορεί να λειτουργήσει, επειδή η προαγωγή απαιτεί μια αξιολόγηση και όποιος την πληρώσει. Και θα την πληρώσει (γι αυτό και τιμωρητική αξιολόγηση) αφού ακόμα και η διαδικασία της επιμόρφωσης τον κρατά στάσιμο μισθολογικά.
Η Ομοσπονδία των Ιδιωτικών Εκπαιδευτικών Λειτουργών, όλα αυτά τα έχειπει, τα έχει τεκμηριώσει, και τα έχει εξηγήσει σε όλες τις πολιτικές ηγεσίες. Δεν ακούνε. Γι αυτό και ανοίξαμε τους διαύλους της επικοινωνίας με την ίδια την κοινωνία, ώστε με τον αγώνα και τη συστηματική μας παρέμβαση να διασφαλίσουμε πλήρως το κοινωνικό αγαθό της εκπαίδευσης σε κάθε πολίτη, σε κάθε γωνιά της χώρας μας.

Κατηγοριες: Ανακοινώσεις