Η διαιώνιση των ανισοτήτων και η εξυπηρέτηση επιχειρηματικών συμφερόντων πίσω από τη νέα περικοπή θέσεων από τα Πανεπιστήμια

Η διαιώνιση των ανισοτήτων και η εξυπηρέτηση επιχειρηματικών συμφερόντων πίσω από τη νέα περικοπή θέσεων από τα Πανεπιστήμια

Από το Υπουργείο Παιδείας ανακοινώθηκαν οι διαθέσιμες θέσεις εισακτέων στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση για το Ακαδημαϊκό έτος 2022-23. Οι θέσεις αυτές έχουν μειωθεί σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά κατά 9.000 περίπου! Πρόσχημα της περικοπής η δήθεν αύξηση της ποιότητας των παρεχόμενων σπουδών. Ταυτόχρονα παραμένει σε ισχύ η Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής (ΕΒΕ), η οποία λειτούργησε ως φίλτρο εισαγωγής για 20.000 περίπου υποψήφιους το καλοκαίρι του 2021, με όλες τα παράλογες συνέπειες που παρακολουθήσαμε το προηγούμενο καλοκαίρι, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη ΜΗ εισαγωγή φοιτητών στην Αρχιτεκτονική Ξάνθης, και θεσμοθετήθηκε η Τράπεζα θεμάτων για την Α’ και τη Β’ Λυκείου.

Πίσω από το τρίπτυχο «Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής – Τράπεζα θεμάτων – Περικοπή θέσεων στα ΑΕΙ» δεν κρύβεται καμιά πρόθεση για τη βελτίωση της ποιότητας των παρεχόμενων εκπαιδευτικών υπηρεσιών, αλλά η άρρητη επιδίωξη της κυβέρνησης για την επαναφορά του ακραία ταξικού μοντέλου επιλογής φοιτητών προ της δεκαετίας του ’80. Ο εξεταστικός μαραθώνιος, τον οποίο δύσκολα θα αντέξουν οικονομικά οι μαθητές από τα λαϊκά στρώματα, σε συνδυασμό με τις συνεχείς περικοπές του αριθμού των φοιτητών και την σταδιακή εξαθλίωση του δημόσιου σχολείου θα οδηγήσουν μοιραία σε μια εκπαιδευτική δυστοπία όπου τις ελάχιστες διαθέσιμες θέσεις, ιδίως στις λεγόμενες «ευγενείς» σχολές, θα καταλαμβάνουν σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα παιδιά εύπορων οικογενειών.

Σε μία εποχή που η κοινωνία, αλλά και η εκπαιδευτική κοινότητα, προσπαθούν με κάθε τρόπο να εντοπίσουν και να θεραπεύσουν τα τραύματα από τις συνέπειες της πανδημίας και του διετούς, σχεδόν, εγκλεισμού, την στιγμή που καθημερινά ανακύπτουν ψυχολογικά και κοινωνικά προβλήματα στις νέες και τους νέους, η κυβέρνηση αδιαφορεί επιδεικτικά για αυτά τα προβλήματα και εστιάζει το ενδιαφέρον της στον αποκλεισμό των νέων από την ανώτατη εκπαίδευση. Η επιλογή αυτή, μάλιστα, έρχεται σε δυσαρμονία με τον στόχο της Ε.Ε. για αύξηση του ποσοστού αποφοίτων πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, γεγονός που προκαλεί απορίες, όταν στην κυβέρνηση βρίσκεται ένα κόμμα που δηλώνει φιλευρωπαϊκό…

Η σπουδή της πολιτικής ηγεσίας του Υπουργείου Παιδείας έχει σαφές ιδεολογικό πρόσημο, και αποσκοπεί στα κάτωθι:

  • Στον αποκλεισμό, όπως προαναφέρθηκε, ενός μεγάλου τμήματος μαθητών προερχόμενων κατά βάση από τις λαϊκές οικογένειες, από την πρόσβαση στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση, ώστε να συνεχιστεί η αναπαραγωγή των εκπαιδευτικών και κοινωνικών ανισοτήτων.
  • Στην εξυπηρέτηση των κοντόφθαλμων συμφερόντων της ελληνικής επιχειρηματικής τάξης που ζητά από την κυβέρνηση μάζες ημιμαθών, χωρίς ουσιαστικά προσόντα, νέων (αυτών που αποκλείει έντεχνα η ηγεσία του ΥΠΑΙΘ με τα νομοθετήματά της), ώστε να τους εξοντώνει εργασιακά και να τους αμείβει με ψίχουλα.
  • Πιο ειδικά, στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων των επιχειρηματιών της ιδιωτικής εκπαίδευσης. Οι αποκλεισμένοι από την ανώτατη εκπαίδευση θα υποχρεώνονται είτε να εργαστούν ως ανειδίκευτοι εργάτες, είτε να ξενιτευτούν για να σπουδάσουν ή να βρουν δουλειά, είτε να εγγραφούν σε Ιδιωτικά ΙΕΚ και Κολλέγια. Στην τελευταία, μάλιστα, περίπτωση, οι διακηρύξεις περί Αριστείας πάνε περίπατο, καθώς αρκεί μόνο η δυνατότητα της οικογένειας του κάθε υποψήφιου σπουδαστή να μπορεί να καταβάλει τα, καθόλου ευκαταφρόνητα, δίδακτρα προκειμένου να εκπληρώσει το όνειρό του.

Η πολιτική αυτή δεν πλήττει απλώς τους υποψήφιους φοιτητές που προέρχονται από τα στρώματα των μη προνομιούχων. Πλήττει κατά κύριο λόγο την οικονομία και την ανάπτυξη της χώρας. Η απαίτηση των επιχειρηματιών για εργατικό δυναμικό χαμηλών προσόντων και εύκολα χειραγωγούμενο διαιωνίζει το βαθύ αναπτυξιακό πρόβλημα της Ελλάδας, καθώς θα εξακολουθούμε να παράγουμε εις το διηνεκές προϊόντα έντασης εργασίας που είναι φθηνά και χαμηλής ποιότητας, ενώ θα εισάγουμε πανάκριβα προϊόντα έντασης γνώσης. Είναι φανερό ότι οι δεσμεύσεις της κυβέρνησης στους πολιτικούς της συμμάχους κρατούν δέσμιο το μέλλον της χώρας και της νέας γενιάς.

Η κοινωνία, οι εκπαιδευτικές συλλογικότητες, το εργατικό και το φοιτητικό κίνημα έδωσαν ηρωικούς αγώνες μετά την πτώση της Χούντας για να ανατραπεί το όνειδος του περίκλειστου Πανεπιστημίου που ανήκε μόνο στους γόνους της ελίτ, για να υπάρξει κοινωνική κινητικότητα, ίσες δυνατότητες για όλους, ελπίδα για το αύριο. Είναι χρέος όλων  των πολιτών να ακυρώσουν τα σχέδια της κυβέρνησης και της πολιτικής ηγεσίας του ΥΠΑΙΘ που αποτελούν εφιάλτη όχι μόνο για τα παιδιά μας, αλλά και για το αύριο όλων μας.