Μελέτη ΚΑΝΕΠ-ΓΣΕΕ για τις ψηφιακές δεξιότητες στην περίοδο της πανδημίας: Μια ελληνική ιστορία μετάβασης από την «φυσική» στην διαδικτυακή ανισότητα

Μελέτη ΚΑΝΕΠ-ΓΣΕΕ για τις ψηφιακές δεξιότητες στην περίοδο της πανδημίας: Μια ελληνική ιστορία μετάβασης από την «φυσική» στην διαδικτυακή ανισότητα

Το ΚΑΝΕΠ-ΓΣΕΕ συνεχίζει τις παρεμβάσεις του στο δημόσιο διάλογο για την εκπαίδευση, την κατάρτιση και την εργασία μέσω ενός ακόμη «Κειμένου Παρέμβασης» (policy paper). Η τελευταία μελέτη που δόθηκε στη δημοσιότητα (είχε παρουσιαστεί διαδικτυακά το Φεβρουάριο) αφορά στη συμμετοχή ενηλίκων σε προγράμματα Δια Βίου Εκπαίδευσης την περίοδο της πανδημίας και την αξιοποίηση των ψηφιακών εργαλείων.

Από την 32σέλιδη μελέτη-έρευνα που πραγματοποιήθηκε με τη συνδρομή της Metron Analysis προκύπτουν πολλά και σημαντικά συμπεράσματα που καταδεικνύουν πως η χώρα μας βρίσκεται δυστυχώς στις τελευταίες θέσεις σε επίπεδο Ε.Ε. σε ζητήματα κατάρτισης αλλά και συμμετοχής σε ψηφιακά προγράμματα δεξιοτήτων. Πίσω από την εικόνα αυτή κρύβεται το τεράστιο πρόβλημα των κοινωνικών και εκπαιδευτικών ανισοτήτων που μαστίζει την Ελλάδα ως προϊόν μιας πολυετούς εφαρμογής νεοσυντηρητικών πολιτικών. Δεν είναι καθόλου παράξενο ότι, σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat που επεξεργάστηκε το ΚΑΝΕΠ, οι χώρες που προηγούνται στη συμμετοχή ενηλίκων σε διαδικτυακά προγράμματα Δια Βίου Εκπαίδευσης είναι κατά βάση αυτές που εφαρμόζουν πολιτικές στον αντίποδα του νεοφιλελεύθερου παραδείγματος (κυρίως σκανδιναβικές χώρες) και εμφανίζουν χαμηλό επίπεδο ανισοτήτων.

Στην Ελλάδα, παρά το γεγονός ότι η συμμετοχή σε εξ αποστάσεως (διαδικτυακά) προγράμματα εκπαίδευσης αυξήθηκε σημαντικά την περίοδο της πανδημίας, η χώρα μας εξακολουθεί να καταλαμβάνει την 24η θέση στο σύνολο της Ευρώπης των 27. Όπως προαναφέρθηκε, οι κοινωνικές και εκπαιδευτικές ανισότητες μεταφέρονται και στο ψηφιακό πεδίο. Οι μεγαλύτερες ανισότητες καταγράφονται μεταξύ ατόμων με διαφορετικό επίπεδο εκπαίδευσης (το 27% των ατόμων με υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης πραγματοποίησε κάποια δραστηριότητα εξ αποστάσεως εκμάθησης έναντι του μόλις 1% των ατόμων με χαμηλό μορφωτικό επίπεδο). Σημαντικές ανισότητες καταγράφονται, επίσης ως προς την κατάσταση απασχόλησης, καθώς οι άνεργοι και οι οικονομικά ανενεργοί εμφανίζουν χαμηλότερα ποσοστά συμμετοχής. Επίσης, διαφοροποιήσεις παρουσιάζονται ως προς το εισόδημα των νοικοκυριών (υψηλότερο εισόδημα – υψηλότερη συμμετοχή), την περιοχή κατοικίας (υψηλότερη συμμετοχή σε αστικές, πολύ χαμηλότερη σε αγροτικές περιοχές), την ηλικία (υψηλότερη συμμετοχή σε μικρότερες ηλικίες) και το φύλο.

Ένα ακόμη σημαντικό συμπέρασμα που προκύπτει από τη μελέτη είναι ότι ένα σημαντικό, σε σύγκριση με τις άλλες χώρες, ποσοστό του πληθυσμού εμφανίζεται να μην κάνει χρήση του διαδικτύου, με την έλλειψη των απαραίτητων δεξιοτήτων να αποτελεί την επικρατέστερη αιτία αποκλεισμού τους. Γενικώς, το επίπεδο των ψηφιακών δεξιοτήτων του ενήλικου πληθυσμού της χώρας αποτιμάται σε χαμηλότερα – σε σύγκριση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο – επίπεδα και η χώρα καταλαμβάνει μια χαμηλή θέση μεταξύ των 27 κρατών-μελών.

Οι διενεργούντες την έρευνα προχώρησαν σε συγκεκριμένες προτάσεις για την αντιμετώπιση του κρίσιμου αυτού προβλήματος. Θεωρούν ότι τρέχουσα συγκυρία επιτάσσει την υιοθέτηση στοχευμένων πολιτικών μέσα από δράσεις, πρωτοβουλίες, παρεμβάσεις και δραστικές αποφάσεις για την  ανάπτυξη, τη βελτίωση και τη διεύρυνση των ψηφιακών δεξιοτήτων του ενήλικου πληθυσμού, με ιδιαίτερη έμφαση σε άτομα με χαμηλό αλλά και μεσαίο επίπεδο εκπαίδευσης, στον άνεργο πληθυσμό, σε άτομα που ανήκουν στα χαμηλά εισοδηματικά κλιμάκια, στις ηλικιακές ομάδες άνω των 45 ετών, αλλά και στις αγροτικές περιοχές της χώρας.

Από τα αποτελέσματα της έρευνας προβάλλεται ως επιτακτική η ανάγκη για στοχευμένες και ρεαλιστικά εφαρμόσιμες πολιτικές παρέμβασης, που θα αποσκοπούν στην ενίσχυση της συμμετοχής των ενηλίκων στη δια βίου εκπαίδευση συνολικά αλλά και στις μορφές e-learning, συμβάλλοντας στην ενίσχυση εκείνων των πληθυσμιακών ομάδων που διαχρονικά εμφανίζονται αποκλεισμένες από τη δια βίου εκπαίδευση, την ίδια στιγμή που η περίοδος της πανδημίας ενέτεινε το ήδη υπάρχον πρόβλημα.

Τέλος, αναφέρουν οι ερευνητές του ΚΑΝΕΠ-ΓΣΕΕ, στην εποχή της 4ης βιομηχανικής επανάστασης και του ψηφιακού μετασχηματισμού, η ανάδειξη της δημιουργικότητας και της κοινωνικά επωφελούς διαχείρισης της καινοτομίας, προϋποθέτουν περισσότερο από ποτέ, αίσθημα δημόσιας ευθύνης και διασφάλισης της κοινωνικής δικαιοσύνης.

Την έρευνα που διεξήγαγαν για λογαριασμό του ΚΑΝΕΠ-ΓΣΕΕ οι Χρήστος Γούλας, Νίκος Φωτόπουλος και Πωλίνα Φατούρου μπορείτε να δείτε εδώ.