Μπροστά στη θύελλα απολύσεων: Οδηγός επιβίωσης και ενημέρωσης των ιδιωτικών εκπαιδευτικών για εκδικητικές καταγγελίες σύμβασης

Μπροστά στη θύελλα απολύσεων: Οδηγός επιβίωσης και ενημέρωσης των ιδιωτικών εκπαιδευτικών για εκδικητικές καταγγελίες σύμβασης

Η σημερινή ημέρα είναι ημέρα οργής για τον κλάδο. Από το πρωί έχουμε ενημέρωση για έναν τεράστιο αριθμό καταγγελιών σύμβασης (πολλές εκ των οποίων είναι καθαρά εκδικητικές), συναδέλφων που έχουν διεκδικήσει την εφαρμογή του αυτονόητου: να αμείβονται κανονικά, να πληρώνονται οι υπερωρίες τους, να μην εργάζονται δια της βίας σε διακοπές και αργίες.

Μπροστά στην τραγική αυτή κατάσταση, ο νομικός σύμβουλος της ΟΙΕΛΕ κ. Μελισσάρης εξέδωσε έναν οδηγό ενημέρωσης για τις καταγγελίες σύμβασης με βάση τον κατάπτυστο νόμο Κεραμέως και για τις αλλαγές σε σχέση με το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς. Σημαντική είναι η αναφορά του κειμένου  στις περιπτώσεις που οι καταγγελίες έχουν καταχρηστικό χαρακτήρα, γίνονται δηλαδή από εκδικητικότητα, ή εχθρότητα του εργοδότη προς τον εργαζόμενο.

Παρακαλούμε όλους τους συναδέλφους να μελετηθεί καλά το κείμενο και, σε περίπτωση αποριών, να υπάρχει άμεση επικοινωνία με την ΟΙΕΛΕ. Υπενθυμίζουμε στους συναδέλφους που η σύμβασή τους καταγγέλλεται να επικοινωνούν με την Ομοσπονδία το συντομότερο δυνατόν.

ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΥΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΦΑΙΝΟΜΕΝΩΝ ΚΑΤΑΧΡΗΣΗΣ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΕΚ ΜΕΡΟΥΣ ΤΩΝ ΕΡΓΟΔΟΤΩΝ-ΙΔΙΟΚΤΗΤΩΝ

            Ο νόμος 4713/2020 (ΦΕΚ Α’147/29-7-2020), αποδόμησε πλήρως το προστατευτικό πλαίσιο που ίσχυε μέχρι σήμερα για τους όρους εργασίας των ιδιωτικών εκπαιδευτικών και ιδίως για τη λειτουργία της σύμβασης εργασίας κατά την παροχή των εκπαιδευτικών υπηρεσιών εκ μέρους της και, φυσικά, τον τρόπο λήξης αυτής, κυρίως σε ότι αφορά την καταγγελία της από τον ιδιοκτήτη η οποία γίνεται πλέον ευκολότερη, όπως ακριβώς στο κοινό εργατικό δίκαιο. Έχουμε ήδη τονίσει ότι ο νόμος αυτός, παραγνωρίζει πλήρως το γεγονός ότι οι «προστατευτικές» διατάξεις που ίσχυαν αναφορικά με την απόλυση των ιδιωτικών εκπαιδευτικών, αποσκοπούσαν στην εξυπηρέτηση του συμφέροντος της εκπαίδευσης για το λόγο ότι εξασφάλιζαν στους ιδιωτικούς εκπαιδευτικούς λειτουργούς σταθερές, κατά το δυνατόν, συνθήκες εργασίας, ώστε να μπορούν απερίσπαστοι να εκτελούν τα καθήκοντά τους για την αποτελεσματικότερη εκπλήρωση του σκοπού της παιδείας. Η ισχύς του νόμου αυτού, στο σύνολό του, και η αντισυνταγματικότητα του πλέγματος των διατάξεων που καθιερώνει, θα κριθεί τελικά από το Συμβούλιο της Επικρατείας.

ΒΑΣΙΚΗ ΑΛΛΑΓΗ ΣΤΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΤΩΝ ΑΠΟΛΥΣΕΩΝ:

            Με το Νόμο 4713/2020 οι απολύσεις των ιδιωτικών εκπαιδευτικών είναι πλέον ελεύθερες, δηλ. ο εργοδότης δεν απαιτείται να επικαλεστεί κάποιον λόγο ούτε να ακολουθήσει κάποια ιδιαίτερη διαδικασία προκειμένου αυτές να έχουν ισχύ. Θυμίζουμε ότι, με το μέχρι την 29-7-2020 ισχύον καθεστώς, η καταγγελία της σύμβασης του ιδιωτικού εκπαιδευτικού επιτρεπόταν μόνο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις : α) για αιτιολογημένη διαταραχή του εκπαιδευτικού κλίματος στο σχολείο λόγω αδυναμίας συνεργασίας εργοδότη-εκπαιδευτικού. β) Κατάργηση σχολείων. γ) Κατάργηση τάξεων και τμημάτων τάξεων. δ) Συμπλήρωση του 70ού έτους της ηλικίας των εκπαιδευτικών. Επίσης, λόγω σωματικής ή πνευματικής ανικανότητας, συμπλήρωσης του χρόνου υπηρεσίας που θεμελιώνει δικαίωμα προς λήψη πλήρους σύνταξης, επιβολής της πειθαρχικής ποινής της απόλυσης από το οικείο πειθαρχικό συμβούλιο, διδακτικής, παιδαγωγικής ανεπάρκειας ή επαγγελματικής ασυνέπειας.

Πλέον, το άρθρο 10 Ν. 4713/2020, αφού καταργεί πλήρως το άρθρ. 30 Ν. 682/1977 που ρύθμιζε τους όρους εργασίας των ιδιωτικών εκπαιδευτικών, ορίζει ότι: «1. Οι διδάσκοντες στα ιδιωτικά και στα ισότιμα σχολεία εκπαιδευτικοί προσλαμβάνονται και απασχολούνται δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και υπάγονται ως προς τα ζητήματα πρόσληψης, απασχόλησης και λύσης των εργασιακών τους σχέσεων στις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις της κοινής εργατικής νομοθεσίας, με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων για τους ιδιωτικούς εκπαιδευτικούς και ιδίως, του άρθρου 36 του παρόντος νόμου. 2. Κατά τον δικαστικό έλεγχο της νομιμότητας και της καταχρηστικότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ιδιωτικού εκπαιδευτικού της παρ. 1, εξετάζεται ιδίως, εάν η καταγγελία αποτελεί αθέμιτη εργοδοτική αντίδραση σε συμπεριφορές του ιδιωτικού εκπαιδευτικού νόμιμες και συμβατικές».

            Συνοπτικά, το νέο καθεστώς εργασίας των ιδιωτικών εκπαιδευτικών έχει ως εξής:

 

ΠΡΟΣΛΗΨΗ:

            Η πρόσληψη εξακολουθεί να γίνεται από την Επετηρίδα Ιδιωτικών Εκπαιδευτικών μετά από πρόταση του ιδιοκτήτη και πράξη του Δ/ντή της αρμόδιας Δ/νσης Εκπαίδευσης (διοριστήριο). Οι προτάσεις των ιδιοκτητών γίνονται κατά την έναρξη της σχολικής χρονιάς και μέχρι την ημερομηνία ενάρξεως των μαθημάτων. Η διαφορά με το μέχρι πρότινος ισχύον καθεστώς είναι ότι ο ιδιωτικός εκπαιδευτικός προσλαμβάνεται εξαρχής ως εργαζόμενος με αορίστου χρόνου σύμβαση εργασίας. Δεν υπάρχει δηλ. πλέον η διετής περίοδος μετά την πρόσληψη κατά την οποία αφενός απαγορευόταν η καταγγελία της σύμβασης και αφετέρου, στο τέλος της διετούς διάρκειας, είτε μετατρεπόταν αυτή σε αορίστου χρόνου είτε καταγγελόταν από τον ιδιοκτήτη. Ο τελευταίος υποχρεούται στην τήρηση των διατυπώσεων δημοσιότητας για τη σύμβαση εργασίας, όπως προβλέπεται από την εργατική νομοθεσία στον ιδιωτικό τομέα, δηλ. πρέπει να υπογράφεται σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (Έντυπο Ε3) και να υποβάλλεται από τον εργοδότη στο Π.Σ. ΕΡΓΑΝΗ του Υπουργείου Εργασίας το αργότερο έως την ημερομηνία πρόσληψης και πάντως πριν από την ανάληψη υπηρεσίας από τον εκπαιδευτικό. Ταυτόχρονα πρέπει να υποβάλλονται και τα λοιπά έντυπα (Πίνακες Προσωπικού κλπ.)

Διαφορά ορισμένου και αορίστου χρόνου σύμβασης εργασίας. Παρά τα περί του αντιθέτου λεγόμενα από την Υπουργό κατά τη συζήτηση του νέου νόμου στο Κοινοβούλιο, το καθεστώς της εξυπαρχής σύναψης αορίστου χρόνου σύμβασης, είναι σαφώς δυσμενέστερο από το μέχρι τώρα ισχύον σύστημα της «κλειστής διετίας», διότι: α) η απόλυση μπορεί να γίνει οποτεδήποτε (και μάλιστα αναιτιωδώς, όπως θα πούμε παρακάτω), β) αν γίνει εντός του πρώτου σχολικού έτους (δηλ. ο εκπαιδευτικός απασχοληθεί κάτω από 12 μήνες) δεν θα λάβει κανένα ποσό ως αποζημίωση απόλυσης, γ) από το δεύτερο σχολικό έτος και μετά, η απόλυση μπορεί να γίνει με προειδοποίηση («τακτική καταγγελία»), με συνέπεια η αποζημίωση απόλυσης να μειώνεται στο μισό! Για παράδειγμα, εκπαιδευτικός που διανύει το δεύτερο έτος της αορίστου χρόνου σύμβασης, αν η τελευταία καταγγελθεί με προειδοποίηση προ 1 μηνός (από τη λήξη του σχολικού έτους), ήτοι την 31-7-2020, θα λάβει ένα μηνιάτικο ως αποζημίωση απόλυσης, αντί για δύο, δ) σε περίπτωση υποβολής μήνυσης από τον εργοδότη για αξιόποινη πράξη που διαπράχθηκε κατά την εκτέλεση της εργασίας (ακόμα και προσχηματική), τότε ο εργοδότης δεν υποχρεούται σε καταβολή αποζημίωσης απόλυσης, αυτή δε, θα μπορεί να απαιτηθεί από τον εκπαιδευτικό στο μέλλον, να τυχόν απαλλαγεί αμετάκλητα από την ποινική κατηγορία, ε) σε περίπτωση πτώχευσης της επιχείρησης (ιδιωτικού σχολείου), ο σύνδικος της πτώχευσης που διορίζεται απολύει νόμιμα τους εργαζόμενους/εκπαιδευτικούς χωρίς την καταβολή αποζημίωσης απόλυσης, η οποία διεκδικείται μέσω μιας πολύχρονης δικαστικής διαδικασίας, στ) όταν η αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας υπερβαίνει τις αποδοχές δύο (2) μηνών, ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει κατά την απόλυση μέρος της αποζημίωσης που αντιστοιχεί στις αποδοχές δύο (2) μηνών. Το υπόλοιπο ποσό μπορεί να καταβάλλεται σε διμηνιαίες δόσεις, καθεμία από τις οποίες δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τις αποδοχές δύο (2) μηνών, εκτός και αν το ποσό που υπολείπεται για την εξόφληση του συνόλου της αποζημιώσεως είναι μικρότερο. Η πρώτη δόση καταβάλλεται την επομένη της συμπλήρωσης διμήνου από την απόλυση.

*Για τους πίνακες αποζημίωσης απόλυσης με ή χωρίς προειδοποίηση βλ.  https://www.kepea.gr/aarticle.php?id=108

Οι μεταβατικές διατάξεις του Ν. 4713/2020 για τους εκπαιδευτικούς που διανύουν τώρα τη «διετία», ορίζουν τα εξής: «1. Κάθε σύμβαση εργασίας ιδιωτικού εκπαιδευτικού, διετούς διάρκειας, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 30 του ν. 682/1977, η οποία ολοκληρώνεται εντός του 2020, λήγει στις 31.8.2020 και καταβάλλεται η νόμιμη αποζημίωση, εκτός εάν τα μέρη συμφωνήσουν τη μετατροπή τους σε αορίστου χρόνου. 2. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος, σύμβαση εργασίας ιδιωτικού εκπαιδευτικού, διετούς διάρκειας, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 30 του ν. 682/1977, η οποία συμπληρώνεται εντός του 2021, μετατρέπεται αυτοδικαίως σε αορίστου χρόνου». Αυτό σημαίνει ότι:

Α) για όσους διανύουν/συμπληρώνουν τον πρώτο χρόνο της «διετίας», η σύμβαση ήδη έχει μετατραπεί σε αορίστου χρόνου από την 29-7-2020

Β) για όσους συμπληρώνουν την 31-8-2020 τη «διετία», η σύμβαση είτε λήγει με την καταβολή αποζημίωσης απόλυσης δύο (2) μηνιαίων μισθών είτε μετατρέπεται (με συμφωνία των μερών) σε αορίστου χρόνου από την 31-8-2020 και μετά.

 

ΑΠΟΛΥΣΗ

Πλέον οι συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου υπόκεινται, ως προς τη λύση τους, στους κανόνες της κοινής εργατικής νομοθεσίας. Δηλαδή οι ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί απολύονται όπως οι εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα, με καταγγελία της σύμβασης εργασίας τους, η οποία πρέπει να γίνει εγγράφως και να συνοδεύεται από την αποζημίωση που αντιστοιχεί στα έτη εργασίας στον ίδιο εργοδότη του απολυόμενου εργαζόμενου.  Είναι σημαντικό να τονίσουμε ότι η μη καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης επιφέρει την ακυρότητα της γενόμενης καταγγελίας. Ο Εργοδότης που καταγγέλλει τη σύμβαση αορίστου χρόνου υποχρεούται εντός τεσσάρων (4) εργάσιμων ημερών από την παράδοση του εγγράφου της καταγγελίας στον απολυόμενο να υποβάλλει το έγγραφο της καταγγελίας στο οποίο θα πρέπει να υπάρχει η υπογραφή του απολυόμενου και η ημερομηνία παραλαβής από αυτόν. Κατά τη γνώμη μας, η καταγγελία πρέπει να κοινοποιηθεί και στον αρμόδιο Δ/ντή Εκπαίδευσης, προκειμένου να εκδώσει τη σχετική διαπιστωτική πράξη. Και τούτο διότι, όπως έχει κρίνει και το ΣτΕ αλλά και το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, η ισχύς του διοριστηρίου διατηρείται μέχρι τη λύση της συμβατικής σχέσης «πάλι με πράξη του αρμοδίου οργάνου» (ΝΣΚ 266/2014, ΣτΕ 1998/2001 κλπ.). Πάντως, για την περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης εργασίας εκπαιδευτικού ισοτίμου ιδιωτικού σχολείου, η έκδοση σχετικής πράξης προβλέπεται ρητά.

ΕΛΕΓΧΟΣ ΤΗΣ ΝΟΜΙΜΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΑΠΟΛΥΣΗΣ

Πλέον, ο μοναδικός δρόμος ελέγχου της απόλυσης του ιδιωτικού εκπαιδευτικού είναι αυτός του δικαστικού ελέγχου της τυπικής (δηλ. την τήρηση των προθεσμιών, τυπικών διαδικασιών, των αποζημιώσεων και εν γένει των ειδικών διατάξεων που ρυθμίζουν την καταγγελία της σύμβασης εργασίας στον ιδιωτικό τομέα) και ουσιαστικής νομιμότητας (δηλ. την άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας κατά προφανή υπέρβαση των αντικειμενικών ορίων που θέτει η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός/οικονομικός σκοπός του δικαιώματος καταγγελίας). Το δρόμο αυτό άλλωστε υποδεικνύει και ο ίδιος ο νέος νόμος, ο οποίος αναφέρει ότι : «Κατά τον δικαστικό έλεγχο της νομιμότητας και της καταχρηστικότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ιδιωτικού εκπαιδευτικού της παρ. 1, εξετάζεται ιδίως, εάν η καταγγελία αποτελεί αθέμιτη εργοδοτική αντίδραση σε συμπεριφορές του ιδιωτικού εκπαιδευτικού νόμιμες και συμβατικές». Ο έλεγχος αυτός γίνεται μόνο μέσω των πολιτικών δικαστηρίων (Μονομελών Πρωτοδικείων) στα οποία ο εκπαιδευτικός πρέπει να προσφύγει εντός αποσβεστικής προθεσμίας τριών (3) μηνών από την ημερομηνία καταγγελίας της σύμβασης, προθεσμία η οποία, αν παρέλθει, χάνεται το σχετικό δικαίωμα. Παράλληλα, μέχρι να εκδοθεί η απόφαση επί της σχετικής αγωγής, έχει δικαίωμα, μέσω της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων, να ζητήσει την προσωρινή του επαναπασχόληση και, φυσικά, την καταβολή των μισθών του από την άκυρη απόλυση και μετά.

Πέραν των λόγων της τυπικής νομιμότητας της καταγγελίας (ότι δηλ. δεν παραδόθηκε έγγραφο, ότι δεν καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση απόλυσης κλπ.), η απόλυση μπορεί να ελεγχθεί ως καταχρηστική. Παρακάτω αναφέρουμε περιπτωσιολογία μέσα από τη νομολογία των δικαστηρίων, προκειμένου να αναδειχθεί το τι πρέπει να προσέχει ο εκπαιδευτικός κατά τη διάρκεια της λειτουργίας της εργασιακής σχέσης αλλά και τι στοιχεία πρέπει συνεχώς να συγκεντρώνει, ώστε να γίνει χρήση τους όταν και όποτε πρέπει:

– Έχει κριθεί καταχρηστική η καταγγελία όταν γίνεται από εκδίκηση ή εχθρότητα του εργοδότη προς το πρόσωπο του μισθωτού, οφειλόμενη σε προηγούμενη συνδικαλιστική δράση του μισθωτού (συμμετοχή σε σωματείο, συνδικαλιστικές εκδηλώσεις/απεργίες κλπ.) ή στο γεγονός ότι ο μισθωτός διεκδίκησε τα εκ της εργασιακής του σχέσης δικαιώματα. Αυτό σημαίνει ότι ο εκπαιδευτικός, προκειμένου να έχει την ενδεχόμενη δυνατότητα μελλοντικά να επικαλεστεί δικαστικά το λόγο καταχρηστικότητας της καταγγελίας της σύμβασης που οφείλεται στην εχθρότητα του ιδιοκτήτη, πρέπει να εντοπίζει και να καταγγέλλει αρμοδίως (Δ/νση, Επιθεώρηση Εργασίας, συνδικαλιστικές οργανώσεις κλπ.) τυχόν παράνομες συμπεριφορές του εργοδότη είτε απευθύνονται προς τον ίδιο είτε σε ευρύτερο κύκλο προσώπων, είτε ακόμα αφορούν εν γένει παραβιάσεις της εκπαιδευτικής νομοθεσίας. Η καταγγελία αυτή μπορεί να γίνεται μέσω των σωματείων του, οπότε, με τη σχετική γνωστοποίηση στον εργοδότη, να είναι εφικτή η επίκληση του λόγου καταχρηστικότητας της πιθανής απόλυσης.

–   Καταχρηστική κρίνεται και η καταγγελία όταν γίνεται από εγωισμό, εμπάθεια, μίσος και υστεροβουλία του εργοδότη. Τα αποδεικτικά στοιχεία τέτοιας συμπεριφοράς του εργοδότη, πολλές φορές ενδιάθετης και δυσχερώς αποδεικτέας, πρέπει να αναζητούνται σε εσωτερικά έγγραφα, μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, μάρτυρες κλπ.

– Όταν πραγματικός λόγος της καταγγελίας είναι η απαλλαγή του μη αρεστού στον εργοδότη μισθωτού (π.χ. για λόγους πολιτικής διαφωνίας)

– Επίσης έχει κριθεί άκυρη ως καταχρηστική η καταγγελία που γίνεται από εκδίκηση, επειδή ο εργαζόμενος αρνήθηκε να αποδεχθεί μια βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του (άμεση σύνδεση με το άρθρ. 9 του νόμου, βλ. παρακάτω) ή επειδή αρνήθηκε να εκτελέσει εργασία που δεν ανήκε στις συμβατικές του υποχρεώσεις. Για το λόγο αυτό και ειδικά σε σχέση με τη μείωση του ωραρίου που επιβάλλεται, κατ’ουσίαν, από τον ιδιοκτήτη, πρέπει να υπάρχει αποδεικτικό υλικό με το οποίο να προκύψει ότι η απόλυση ήταν συνέπεια της άρνησης του μισθωτού (mail, έγγραφα κλπ.)

– Σε περίπτωση μακράς ασθένειας, η καταγγελία της σύμβασης εξ αυτού του λόγου είναι καταχρηστικής, εκτός αν υπάρχει αρνητική πρόγνωση για την εξέλιξή της.

– Είναι καταχρηστική η καταγγελία όταν ο εργοδότης απολύει το μισθωτό, ύστερα από μακρόχρονη και επιτυχή υπηρεσία, προκειμένου να προσλάβει ή να τοποθετήσει στη θέση του άλλον, χωρίς αποχρώντα λόγο (π.χ. έχει κριθεί καταχρηστική η καταγγελία όταν έχει ως αιτία την αντικατάσταση του αρχαιότερου μισθωτού με νεότερο χαμηλόμισθο, εκτός αν συντρέχει κάποιος σοβαρός λόγος).

– Τέλος, η καταγγελία αντίκειται στην καλή πίστη και ακυρώνεται, όταν ο εργοδότης καταφεύγει σε αυτήν, παρά το ότι έχει στη διάθεσή του άλλη ηπιότερα και εξίσου κατάλληλα μέσα για να αντιμετωπίσει τις ανάγκες της επιχείρησης (έσχατο μέσο). Τούτο έχει μεγάλη σημασία ενόψει της τροποποίησης του άρθρου 27 Ν. 682/1977, όπου δίνονται ευρεία πεδία στον εργοδότη προκειμένου να απασχολήσει τον εκπαιδευτικό, όταν π.χ. το έχει μειωθεί η ανάγκη σε παροχή εκπαιδευτικού έργου λόγω καταργήσεως τμημάτων, τάξεων κλπ.

 

ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΑΚΥΡΗΣ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑΣ

Εφόσον ο εκπαιδευτικός (το δικαίωμά του είναι σχετικό, δηλ. μπορεί να μην το ασκήσει και να αρκεστεί στην καταβολή της αποζημίωσης απόλυσης και την οριστική λύση της εργασιακής σχέσης), ζητήσει με αγωγή του εντός 3 μηνών την ακύρωση της απόλυσής του και αυτή εν τέλει ακυρωθεί, τότε αφενός ο εργοδότης (από τότε που η δικαστική απόφαση γίνει τελεσίδικη) υποχρεώνεται να τον επαναπασχολήσει και αφετέρου του οφείλει τους μισθούς υπερημερίας, δηλ. τους μισθούς από την άκυρη απόλυση μέχρι τη συζήτηση της αγωγής στο Δικαστήριο (θα συμψηφιστεί ενδεχομένως η καταβληθείσα αποζημίωση απόλυσης). Ο χρόνος αυτός θεωρείται χρόνος πραγματικής υπηρεσίας (όχι διδακτικής) και θα πρέπει παράλληλα να καταβληθούν στο ακέραιο και οι ασφαλιστικές εισφορές του εκπαιδευτικού.