Ομολογία πλήρους αποτυχίας της κυβερνητικής πολιτικής η ανακοίνωση του Υπουργείου για το κλείσιμο δημοτικών/νηπιαγωγείων – Αντιπαιδαγωγικά και αντικοινωνικά τα μέτρα Κεραμέως

Ομολογία πλήρους αποτυχίας της κυβερνητικής πολιτικής η ανακοίνωση του Υπουργείου για το κλείσιμο δημοτικών/νηπιαγωγείων – Αντιπαιδαγωγικά και αντικοινωνικά τα μέτρα Κεραμέως

Ομολογία τραγικής αποτυχίας της κυβερνητικής πολιτικής για την αντιμετώπιση της πανδημίας στην εκπαίδευση, αλλά και ευρύτερα στην κοινωνία, αποτελεί η σημερινή απόφαση της Υπουργού Παιδείας για το κλείσιμο δημοτικών σχολείων και νηπιαγωγείων. Η δε φύση των μέτρων υποδηλώνει ότι οι εισηγητές τους δεν έχουν ιδιαίτερη σχέση με την Παιδεία, τα παιδιά και τις ανάγκες τους, τα προβλήματα της ελληνικής οικογένειας.

Προκαλεί καταρχάς κατάπληξη η πρόθεση της κ. Κεραμέως και του επιτελείου της στο Υπουργείο και στο ΙΕΠ να «φυλακίσουν» μικρούς μαθητές μπροστά σε μια οθόνη από τις 9 το πρωί (έναρξη μαθημάτων της εκπαιδευτικής τηλεόρασης) μέχρι τις 5 το απόγευμα (λήξη της τηλεκπαίδευσης). Πρόκειται για μια επικίνδυνη για μια σειρά λόγων και ακραία αντιεπιστημονική-αντιπαιδαγωγική πρόταση που κάνει κάθε πολίτη να αναρωτιέται, εάν οι εμπνευστές της έχουν μπει ποτέ σε τάξη, εάν έχουν μικρά παιδιά, αν γενικώς έχουν οποιαδήποτε επαφή με την παιδαγωγική διαδικασία.

Περαιτέρω, το ωράριο 2-5 (ή 2-4:20 για τα νηπιαγωγεία), είναι ακατάλληλο. Τόσο διότι στις μεσημεριανές ώρες οι μαθητές, ιδίως οι πιο μικροί, είναι ήδη κουρασμένοι και δεν μπορούν να αποδώσουν, όσο και διότι η διάρκεια της διδακτικής ώρας (30 λεπτά και μάλιστα για 4 ή 5 διδακτικές ώρες ανάλογα το πρόγραμμα) είναι εξαντλητική. Ένας συνδυασμός ασύγχρονης και σύγχρονης διδασκαλίας θα ήταν, ιδίως για τα παιδιά των μικρότερων τάξεων, πιο πρόσφορος και εφαρμόσιμος. Επίσης, οι προτεινόμενες ώρες είναι ευλόγως δύσκολες για τις οικογένειες και τους γονείς, εργαζόμενους ή μη.

Εμείς, πάντως, ρωτάμε ευθέως την Υπουργό Παιδείας: οι ρυθμίσεις αυτές θα ισχύσουν επακριβώς και για τα ιδιωτικά σχολεία ή μήπως οι «εκλεκτοί» της έχουν το πράσινο φως για να κάνουν ό, τι τους καπνίσει εις βάρος μαθητών και γονέων, εις βάρος της ισονομίας ανάμεσα σε όλα τα παιδιά, ανεξαρτήτως του σε ποιο σχολείο φοιτούν;

Θα είχαμε, άραγε, φτάσει έως εδώ εάν η κυβέρνηση και το Υπουργείο Παιδείας είχαν μπει στον κόπο να κάνουν διάλογο με τις συλλογικότητες της εκπαίδευσης και τους φορείς της κοινωνίας που από τα τέλη του καλοκαιριού έκρουαν τον κώδωνα του κινδύνου για τη λήψη μέτρων εν όψει του δεύτερου κύματος της πανδημίας; Θα αναγκαζόμασταν σήμερα να κλείσουμε σχολεία, αν είχαν εφαρμοστεί οι προτάσεις μας, ιδίως αυτές για την εκ περιτροπής διδασκαλία με συγκεκριμένο αριθμό μαθητών που και τις συνθήκες υγιεινής διασφάλιζαν, και αποσυμφόρηση της κυκλοφορίας στους δρόμους προκαλούσαν, και το δίκτυο μετάδοσης της τηλεκπαίδευσης προστάτευαν από την υπερφόρτωση και την κατάρρευση;