Στάση εργασίας ΟΙΕΛΕ την Τρίτη, 9/6, κατά της ψήφισης του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Παιδείας

Στάση εργασίας ΟΙΕΛΕ την Τρίτη, 9/6, κατά της ψήφισης του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Παιδείας

Η ΟΙΕΛΕ κηρύσσει για την Τρίτη, 9/6, στάση εργασίας από τις 12:00 μέχρι τη λήξη του ωραρίου προκειμένου να διευκολυνθεί η παρουσία των συναδέλφων στο πανεκπαιδευτικό συλλαλητήριο που θα πραγματοποιηθεί την ημέρα εκείνη (13:00) στα Προπύλαια κατά της ψήφισης του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Παιδείας. Στάση εργασίας και συμμετοχή στο συλλαλητήριο έχει ανακοινώσει και η ΔΟΕ, ενώ αναμένεται αύριο η απόφαση της ΟΛΜΕ.

Κινητοποίηση θα πραγματοποιηθεί και την (Τετάρτη, 10/6) στις 7 μμ, ημέρα ψήφισης του νομοσχεδίου στη Βουλή.

Οι βασικές αρχές του νέου νομοσχεδίου για την Παιδεία: Αναχρονισμός και ενίσχυση της εμπορευματοποίησης της εκπαίδευσης

Η υπερδεκαετής οικονομική κρίση άφησε πληγές στην κοινωνία με τις οικονομικές και εκπαιδευτικές ανισότητες να βαθαίνουν επικίνδυνα. Με γνώμονα ότι η Παιδεία αποτέλεσε «μεγάλο ασθενή» της κρίσης, καθώς δεν έχουν πραγματοποιηθεί από το 2008 προσλήψεις μόνιμων εκπαιδευτικών, εκπαιδευτικές μονάδες συγχωνεύτηκαν ή καταργήθηκαν, τα σχολικά κτήρια μαραζώνουν, οι μισθοί και τα εργασιακά δικαιώματα των εκπαιδευτικών συρρικνώθηκαν και το μόνο που ενισχύθηκε ήταν η ιδιωτικοποίηση της Παιδείας (χαρακτηριστικό παράδειγμα η κατάργηση ειδικοτήτων της τεχνικής εκπαίδευσης υπέρ ισχυρών εκπαιδευτικών ομίλων το 2014), θα ανέμενε κανείς ότι ένα σχέδιο νόμου με τον φιλόδοξο τίτλο «Αναβάθμιση του Σχολείου» θα αντιμετώπιζε δομικά προβλήματα που διαχρονικά υπήρχαν και οξύνθηκαν την προηγούμενη περίοδο. Αντιθέτως, από τις ρητές διατάξεις (και τις άρρητες προθέσεις) του σχεδίου νόμου, προκύπτουν οι δύο βασικοί ιδεολογικοί άξονες πάνω στους οποίους βασίστηκε το νομοθέτημα: ο αναχρονισμός και η ενίσχυση της εμπορευματοποίησης της εκπαίδευσης.

Αναχρονιστικές οι διατάξεις για την επαναφορά της διαγωγής και του μοντέλου των συνεχών εξετάσεων

Η παγκόσμια εκπαιδευτική κοινότητα και πλήθος επιστημόνων από διαφορετικές θεωρητικές αφετηρίες επιχειρούν να δώσουν απαντήσεις σε ολοένα και πιο σύνθετα ζητήματα κοινωνικής παθογένειας στο χώρο του σχολείου που σαφώς συνδέονται με την όξυνση των κοινωνικών ανισοτήτων και την κατάρρευση των βεβαιοτήτων στις σύγχρονες κοινωνίες. Γίνεται ολοένα και πιο φανερό ότι ζητήματα, όπως ο σχολικός εκφοβισμός, η νεανική παραβατικότητα, η λεκτική και φυσική βία, ο ρατσισμός, απαιτούν διεπιστημονική προσέγγιση και ευαισθησία.

Αντιθέτως, στο νομοσχέδιο του Υπουργείου Παιδείας, το «πρόβλημα» της συμπεριφοράς ενός μαθητή δείχνει να επιλύεται με τον απλοϊκό και βαθιά συντηρητικό τρόπο του στιγματισμού μέσω της διαγωγής και της επαναφοράς των πολυήμερων αποβολών. Της θεσμοθέτησης, δηλαδή, ενός ιδιότυπου «εκπαιδευτικού φακελώματος» που δεν έχει καμιά σχέση με τις σύγχρονες παιδαγωγικές και επιστημονικές αντιλήψεις και αναζητήσεις. Εύλογα αναρωτιέται κανείς, εάν η μειωμένη διαγωγή θα συνδέεται, όπως συνέβαινε και στις δεκαετίες του ’50, του ’60 και του ’70, με την κοινωνική και πολιτική δραστηριοποίηση των μαθητών και με στόχο τη φίμωσή τους.

Αναχρονιστική είναι, επίσης, η αντίληψη για την ενίσχυση του ρόλου των εξετάσεων μέσα στο εκπαιδευτικό σύστημα. Πέρα από την ενίσχυση της εμπορευματοποίησης της εκπαίδευσης που θα αναλυθεί πιο κάτω, η αύξηση του εκπαιδευτικού φόρτου ευνοεί τη στείρα απομνημόνευση, τη συρρίκνωση της κριτικής ικανότητας και το νοητικό φρονηματισμό, όταν στα σύγχρονα εκπαιδευτικά συστήματα οι εξετάσεις είναι ελάχιστες και το βάρος πέφτει στην ανακαλυπτική γνώση, στη βιβλιογραφική έρευνα, στα πρότζεκτ και, γενικά, στην αξιολόγηση των μαθητών βάσει ενός ολοκληρωμένου πορτφόλιο που καθρεφτίζει τη συνολική τους προσπάθεια στο σχολείο και όχι βάσει μιας στιγμιαίας βαθμολόγησης που στηρίζεται στην ικανότητα της παπαγαλίας.

 

Ενίσχυση της εμπορευματοποίησης της παιδείας με χειροκροτητή την …ΟΕΦΕ

Το νέο νομοσχέδιο επιχειρεί να βάλει θεμέλια σε ένα σχολείο έντασης τυποποιημένης – και όχι δημιουργικής – εργασίας και μηχανιστικών διαδικασιών που οδηγούν στο μοντέλο του μαθητή-βαθμοσυλλέκτη και όχι του μαθητή-ολοκληρωμένης προσωπικότητας, του μαθητή-ενεργού πολίτη. Ταυτόχρονα, ανοίγει η κερκόπορτα της εμπορευματοποίησης και της υπονόμευσης της νομιμότητας στην έκδοση τίτλων σπουδών και γενικά κάθε πιστοποίησης στο πλαίσιο του εκπαιδευτικού συστήματος.

Ο υποβιβασμός της εκπαιδευτικής διαδικασίας σε μηχανισμό εξετάσεων και βαθμοθηρίας μπορεί να έχει ως θύματα τους μαθητές, την ποιότητα των παρεχόμενων εκπαιδευτικών υπηρεσιών και, τελικά, την κοινωνία, έχει όμως και κερδισμένους. Αυτούς που περιμένουν στη γωνία να εκμεταλλευτούν την πλήρη απαξίωση του σχολείου και την αλλοίωση του παιδαγωγικού του χαρακτήρα. Συνολικά, η θεσμοθέτηση της βάσης του 10, των συνεχών εξετάσεων με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα την επαναφορά της εξεταστικής περιόδου του Σεπτεμβρίου και της Τράπεζας Θεμάτων, ευνοούν σχεδόν αποκλειστικά τη φροντιστηριοποίηση της εκπαίδευσης και συγκεκριμένους φορείς ιδιωτικής εκπαίδευσης που μοιράζουν αφειδώς «άριστους» τίτλους σπουδών με αδιαφανείς διαδικασίες. Στην ίδια στρατηγική εντάσσεται και η πρόθεση για την αύξηση μαθητών, ιδίως στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση που θα εξαθλιώσει τις ήδη αδύναμες εκπαιδευτικές δομές της δημόσιας εκπαίδευσης και θα υποχρεώσει τους γονείς να στραφούν προς τον ιδιωτικό τομέα.

Θα σταθούμε ιδιαίτερα στην Τράπεζα Θεμάτων, ενός θεσμού που εφαρμόστηκε με παταγώδη αποτυχία το 2014. Σε ιδιωτικά σχολεία υπήρξε ευθεία παραχάραξη της διαδικασίας με την παροχή πλαστού προγράμματος εξετάσεων στο Υπουργείο, και του «πραγματικού» στους μαθητές. Οι «εγκέφαλοι» της παραχάραξης δήλωναν στο πρόγραμμα του Υπουργείου ότι την πρώτη, πχ, ημέρα οι μαθητές εξετάζονταν σε μάθημα της Τράπεζας Θεμάτων, ενώ στο πραγματικό πρόγραμμα υπήρχε ενδοσχολικώς εξεταζόμενο μάθημα. Έτσι, οι αρμόδιοι των σχολείων λάμβαναν τα θέματα μία ημέρα πριν, τα έλυναν και τα έδιναν έτοιμα στους μαθητές, οι οποίοι, φυσικά, «αρίστευαν».

Η ανησυχία είναι ακόμη πιο έντονη, καθώς, σύμφωνα με τις διατάξεις, τη διαχείριση της Τράπεζας Θεμάτων έχει το ΙΕΠ, στο ΔΣ του οποίου έχει τοποθετηθεί νόμιμη εκπρόσωπος ιδιωτικού σχολείου, η οποία μάλιστα έχει παραπεμφθεί για βαρύτατα πειθαρχικά αδικήματα. Κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί ότι υπό τέτοιες συνθήκες δεν θα επαναληφθούν όσα έγιναν το 2014, ή, ακόμη χειρότερα, όσα συνέβησαν με τη διαρροή θεμάτων του ΙΒ από πανίσχυρα ιδιωτικά σχολεία της Αθήνας το 2009.

Δεν είναι τυχαίο πως ο μόνος φορέας που (μέχρι σήμερα) χειροκροτεί με ενθουσιασμό το σχέδιο νόμου είναι η ΟΕΦΕ, η Ομοσπονδία των φροντιστών, που τρίβει τα χέρια της με την πιθανή εκτόξευση του αριθμού των «πελατών» της. Προφανώς, εν μέσω νέας οικονομικής κρίσης, για τους εμπόρους της γνώσης τα περίπου 3.5 δις που δαπανά η ελληνική οικογένεια για υπηρεσίες εκπαίδευσης (στοιχεία ΚΑΝΕΠ-ΓΣΕΕ) δεν είναι αρκετά. Μάλιστα, η ΟΕΦΕ ανοίγει θέμα νομιμοποίησης της επέκτασης των φροντιστηρίων σε παιδιά δημοτικού και του θεσμού των vouchers στην τυπική εκπαίδευση, φανερώνοντας τις άρρητες, μέχρι στιγμής, επιδιώξεις της συγκεκριμένης πολιτικής.

Μέρος ενός ευρύτερου σχεδιασμού

Η ΟΙΕΛΕ από το 2010 επιμένει στην ανάδειξη του κινδύνου για το στήσιμο του σχολείου της αγοράς και της επέκτασης της εμπορευματοποίησης της εκπαίδευσης. Εκτιμούμε ότι αυτό το νομοσχέδιο είναι ενταγμένο σε μια συνολική στρατηγική που κοπιάρει όσα εφαρμόστηκαν στη Βρετανία από τα μέσα της δεκαετίας του ’80 κι έπειτα και που συμπυκνώνονται στην ανίερη τριάδα «ελεύθερη γονεϊκή επιλογή και voucher – απόσυρση της κρατικής εποπτείας από την εκπαίδευση – τιμωρητική αξιολόγηση».

Οι επιπτώσεις μιας τέτοιας πολιτικής θα είναι οδυνηρές. Οι συγχωνεύσεις σχολικών μονάδων μέσω της μείωσης των μαθητών, η «αξιολόγηση» χωρίς ουσιαστική πιστοποίηση της ποιότητας του εκπαιδευτικού συστήματος και μια ενδεχόμενη εφαρμογή της ελεύθερης γονεϊκής επιλογής, θα βάλει λουκέτο σε εκατοντάδες σχολεία και οδηγήσει σε χιλιάδες απολύσεις. Αποτελεί χρέος του εκπαιδευτικού κινήματος και της κοινωνίας να εμποδίσει τη ροή των εξελίξεων και να προτείνει μια άλλη εκπαιδευτική πολιτική που θα έχει ως επίκεντρο το μαθητή και όχι το κέρδος.

 

Categories: Ειδήσεις