Τράπεζα Θεμάτων και εγχώριο Πρόγραμμα PISA. Εργαλεία βελτίωσης της ποιότητας της εκπαίδευσης ή παράγοντες όξυνσης των ανισοτήτων;

Τράπεζα Θεμάτων και εγχώριο Πρόγραμμα PISA. Εργαλεία βελτίωσης της ποιότητας της εκπαίδευσης ή παράγοντες όξυνσης των ανισοτήτων;

Η εκπαίδευση είναι μια ατέρμονη δυναμική διαδικασία που η εκάστοτε πολιτική εξουσία τη χρησιμοποιεί είτε για τη συντήρηση και εδραίωση της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων είτε για την κοινωνική αλλαγή. Οι μεταρρυθμίσεις, επομένως, που εφαρμόζονται στο χώρο της Παιδείας δεν είναι ιδεολογικά ουδέτερες και έχουν σαφείς πολιτικές στοχεύσεις. Τα δύο εργαλεία (Τράπεζα Θεμάτων και η εγχώρια εκδοχή του Προγράμματος PISA – Program for International Student Assessment) που χρησιμοποιεί σήμερα η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας, κατά την εκτίμηση της ΟΙΕΛΕ, δεν στοχεύουν στη συνολική αναβάθμιση της ποιότητας ενός δημόσιου αγαθού αλλά στον κατακερματισμό του με απώτερο στόχο τη διευκόλυνση της ιδιωτικοποίησής του.

Εισαγωγικά

Σε διεθνές επίπεδο στην εκπαίδευση, οι δύο βασικές σχολές σκέψης συμπυκνώνονται στο προοδευτικό μοντέλο που απαντάται κυρίως στις σκανδιναβικές χώρες και στο νεοφιλελεύθερο/νεοσυντηρητικό μοντέλο στις αγγλοσαξωνικές χώρες. Η βασική παραδοχή των Φινλανδών για την επιτυχία του εκπαιδευτικού τους προτύπου είναι η εφαρμογή ισότιμων αρχών και διαδικασιών σε όλα τα σχολεία της επικράτειας με ισχυρή κρατική εποπτεία, η γνήσια ακαδημαϊκή αυτονομία των εκπαιδευτικών μέσα όμως σε ένα κοινό πλαίσιο δράσης και η προσπάθεια για σύγκλιση των μαθησιακών αποτελεσμάτων. Αντίθετα, σε εκπαιδευτικά συστήματα όπως αυτό της Βρετανίας προτάσσεται η κυριαρχία των ποσοτικών έναντι των ποιοτικών στόχων, η εμπορευματοποίηση και η λειτουργία του σχολείου ως αυτόνομη επιχειρηματική μονάδα, με αποτέλεσμα τη σταδιακή κατάρρευση του δημόσιου εκπαιδευτικού συστήματος και τη ραγδαία επιδείνωση των ανισοτήτων.

Είναι γεγονός ότι η σημερινή ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας εργάζεται σκληρά. Οι νομοθετικές ρυθμίσεις των 6 νόμων και των 550 περίπου, συνολικά, άρθρων έχουν προκαλέσει δομικές αλλαγές στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, από το Νηπιαγωγείο μέχρι το Πανεπιστήμιο. Οι ρυθμίσεις αυτές έχουν κοινά χαρακτηριστικά, καθώς κοπιάρουν σε μεγάλο βαθμό αντίστοιχες νομοθετικές ρυθμίσεις που εφαρμόστηκαν – και απέτυχαν – σε αγγλοσαξωνικές χώρες και έχουν σαφές νεοσυντηρητικό υπόβαθρο. Μπορούν να αναφερθούν για παράδειγμα: η ισοτίμηση των πτυχίων των Κολλεγίων με τους πανεπιστημιακούς τίτλους, η εκχώρηση προνομίων στην Ιδιωτική Εκπαίδευση, η συρρίκνωση των αρμοδιοτήτων των Συλλόγων Διδασκόντων στα σχολεία, η κατάργηση των κοινωνικών και εικαστικών σπουδών, η αύξηση των μαθητών ανά τμήμα, η θέσπιση της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής (ΕΒΕ) στα ΑΕΙ και άλλα. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι οι ρυθμίσεις αυτές συνήθως επιβλήθηκαν χωρίς ουσιαστικό και γόνιμο διάλογο, χωρίς τη συναίνεση των εκπαιδευτικών, γεγονός που τις καθιστά προβληματικές στην εφαρμογή τους μακροπρόθεσμα. Η εφαρμογή της ελληνικής εκδοχής του Προγράμματος PISA και της Τράπεζας θεμάτων εντάσσονται σε αυτό το πλαίσιο.

 

Ελληνικό PISA: Με ορίζοντα την κατηγοριοποίηση των σχολείων και την «ελεύθερη γονεϊκή επιλογή»

Είναι απολύτως θεμιτό η εκάστοτε πολιτική ηγεσία να επιχειρεί να βγάλει συμπεράσματα για την ποιότητα του εκπαιδευτικού συστήματος. Είναι όμως η μεταφύτευση του αμφιλεγόμενου διαγωνισμού PISA η ορθή επιλογή, ή μήπως ακριβώς αυτή η επιλογή κρύβει άλλες στοχεύσεις;

Τα τελευταία χρόνια αυξάνεται η κριτική σε διεθνές επίπεδο για την αξιοπιστία, διαφάνεια  και εγκυρότητα των αποτελεσμάτων του Προγράμματος PISA. Μελετητές σε Γερμανία, Καναδά, Δανία και Αυστραλία διέγνωσαν σημαντικά κενά στη μεθοδολογία του που καθιστούν την ασφαλή εξαγωγή συμπερασμάτων για την ποιότητα του εκάστοτε εκπαιδευτικού συστήματος εξαιρετικά προβληματική.

Η μονοδιάστατη χρήση σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα ποσοτικών δεικτών και η αμφισβητήσιμης αξίας διασύνδεση της γνώσης με «ζητήματα της πραγματικής ζωής» φανερώνουν ότι η πραγματική στόχευση του ΟΟΣΑ (που διεξάγει το διαγωνισμό) δεν είναι η βελτίωση της εκπαίδευσης, αλλά η τροποποίησή της με όρους αγοράς. Διόλου τυχαία, μια από τις πιο επιδραστικές φωνές στο χώρο της εκπαίδευσης παγκοσμίως, ο Καθηγητής του Πανεπιστημίου του Κάνσας Yong Zhao, παρατηρεί ότι τα τεστ του PISA είναι μια διεθνής «μηχανή» δημιουργίας ψευδών ειδώλων εκπαιδευτικής αριστείας.

Ο διαγωνισμός PISA δεν ενδιαφέρεται ούτε για τις προδιαγραφές των σχολικών προγραμμάτων των χωρών που συμμετέχουν, ούτε για το σύνθετο εκπαιδευτικό τοπίο που συνθέτουν, για παράδειγμα, κοινωνικές, οικονομικές, γεωγραφικές ανισότητες.  Λαμβάνει σχεδόν αδιαμόρφωτα μαθησιακά αποτελέσματα και τα αναλύει χωρίς να παρεμβαίνουν ποιοτικοί δείκτες χειραγωγώντας  τα εκπαιδευτικά συστήματα, ώστε τα σχολεία να κατηγοριοποιηθούν ως «πετυχημένα» και «αποτυχημένα».

Αυτή είναι και η αιτία της σπουδής εφαρμογής του ελληνικού PISA. Η κατηγοριοποίηση των σχολείων που θα καλλιεργήσει το έδαφος στην κοινωνία, με την αρωγή του μηντιακού μηχανισμού, για την θεσμοθέτηση της «ελεύθερης γονεϊκής επιλογής» και των vouchers στην τυπική εκπαίδευση.

 

Τράπεζα Θεμάτων: μετατροπή της εκπαιδευτικής διαδικασίας σε προκάτ κατασκευή και του σχολείου σε εξεταστικό κέντρο στείρας απομνημόνευσης

Το PISA θα χρησιμοποιηθεί ως ένα ερευνητικό υπόδειγμα δυσφήμισης του εκπαιδευτικού συστήματος και των εκπαιδευτικών, με στόχο την σταδιακή ιδιωτικοποίηση του συστήματος. Ποια είναι όμως η στόχευση της Τράπεζας θεμάτων;

Είναι προφανές ότι το Υπουργείο Παιδείας, παρά τις τεράστιες δυσκολίες των 2 ετών ελλιπούς εκπαίδευσης των μαθητών μέσω της τηλεκπαίδευσης, θεωρεί πως τώρα είναι η κατάλληλη στιγμή για την εφαρμογή μιας ακόμη, μετά το περσινό φιάσκο της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής, διαδικασίας που δίνει την αίσθηση ότι επιδιώκει την πρόκληση μαθησιακής αποτυχίας. Προκαλεί, δε, απορία ότι εφαρμόζεται παρά τις σφοδρές αντιδράσεις μαθητών, γονέων και του συνόλου σχεδόν των εκπαιδευτικών.

Οι φορείς της εκπαιδευτικής κοινότητας καταγγέλλουν ότι η εφαρμογή της Τράπεζα Θεμάτων με οποιοδήποτε κόστος είναι ένα γεγονός που άσκησε αφόρητη πίεση στους εκπαιδευτικούς να ολοκληρώσουν την διδακτέα ύλη ανεξάρτητα από τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν στα σχολεία (οι όροι κατανόησης των μαθητών τους, κλειστά σχολεία με σεισμούς, χιόνια, κλπ., χιλιάδες μαθητές με κορονοϊό κλπ.).

Μιλώντας με δεκάδες εκπαιδευτικούς των ιδιωτικών σχολείων, διαπιστώνουμε ότι η Τράπεζα Θεμάτων δεν εντατικοποιεί απλώς τον εξεταστικο κεντρικό χαρακτήρα του εκπαιδευτικού συστήματος, αλλά προκαλεί σοβαρή βλάβη στην ίδια τη μαθησιακή διαδικασία. Πολλοί εκπαιδευτικοί τόνισαν πως εγκαταλείπουν αναγκαστικά την ουσιαστική διδασκαλία του μαθήματος λόγω έλλειψης χρόνου για να διδάξουν αποκλειστικά τα θέματα της Τράπεζας, ετοιμάζοντας παράλληλα και ενδεικτικές απαντήσεις για τους μαθητές! Η εκπαιδευτική διαδικασία μετατρέπεται έτσι σε προκάτ κατασκευή που ακυρώνει την αυτονομία των εκπαιδευτικών, την αναλυτική, συνθετική και δημιουργική σκέψη των μαθητών και, τελικά, το σύνολο της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ως σχολικής βαθμίδας μέσω του υποβιβασμού του σχολείου σε εξεταστικό κέντρο στείρας επεξεργασίας και απομνημόνευσης ενός σετ ερωτήσεων και απαντήσεων.

Στην ΟΙΕΛΕ έχουμε μια δικαιολογημένη, πρόσθετη ανησυχία για την εφαρμογή της Τράπεζας Θεμάτων. Υπενθυμίζουμε ότι στο χώρο της ιδιωτικής εκπαίδευσης η εφαρμογή της το 2014 προκάλεσε πλείστα προβλήματα νομιμότητας. Σε κάποια ιδιωτικά σχολεία υπήρξε ευθεία παραχάραξη της Τράπεζας Θεμάτων, καθώς οι Διευθύνσεις τους δήλωναν πλαστό πρόγραμμα εξετάσεων στο Υπουργείο, ενώ έδιναν άλλο στους μαθητές. Με τον τρόπο αυτό τα σχολεία έπαιρναν κανονικά τα θέματα από την Τράπεζα, τα έλυναν και έκαναν ειδικό φροντιστήριο στους μαθητές, οι οποίοι την επομένη, φυσικά, «αρίστευαν». Κάποιες υποθέσεις έφθασαν στη δικαιοσύνη, ενώ σε κάποια άλλα σχολεία μας καταγγέλθηκε καταστροφή γραπτών, ώστε να μην υπάρχουν αποδείξεις της λαθροχειρίας. Ποιος θα προστατεύσει σήμερα τη νομιμότητα, την ισονομία των μαθητών, με την εποπτεία των ιδιωτικών σχολείων απολύτως ξεδοντιασμένη;

Πριν λίγες ημέρες η πολιτική ηγεσία του ΥΠΑΙΘ, προφανώς από φόβο μπροστά στην επερχόμενη καταστροφική, άδικη και αντιπαιδαγωγική αποτυχία των μαθητών (και μάλιστα κατά τη διάρκεια μιας ιδιότυπης, παρατεταμένης προεκλογικής περιόδου), αλλά ταυτόχρονα εγκλωβισμένη στην ακαμψία εφαρμογής του σχεδιασμού της , αποφάσισε να «μετριάσει» την επίδραση της Τράπεζας Θεμάτων, προτείνοντας ένα λιγότερο σκληρό αλγόριθμο θεμάτων (θα κληρώνονται τρία θέματα και θα επιλέγεται ένα από αυτά). Η ουσία όμως της στόχευσης του μέτρου δεν αλλάζει, όπως δεν αλλάζει και ο στρατηγικός στόχος της κυβέρνησης για το χώρο της εκπαίδευσης που είναι:

  • η απαξίωση και δυσφήμιση του δημόσιου εκπαιδευτικού συστήματος μέσα από την ανάδειξη μιας αντιεπιστημονικής και αντιπαιδαγωγικής αναποτελεσματικότητας,
  • η κατηγοριοποίηση σχολείων ανάλογα με τις επιδόσεις μαθητών που διαγωνίστηκαν σε συνθήκες ακραίας ανισότητας ώστε να επιτευχθεί η επιλεκτική χρηματοδότηση και να θεσμοθετηθεί η «ελεύθερη γονεϊκή επιλογή» και τα vouchers.

 

Συμπερασματικά

Η εξεταστικοκεντρική εμμονή της σημερινής κυβέρνησης, αλλά και διαχρονικά πολλών από τις παρελθοντικές ηγεσίες του Υπουργείου Παιδείας, δεν είναι καθόλου αθώα. Σε παγκόσμια κλίμακα και σε εποχή που η ποσότητα αλλά και η ποιότητα της επιστημονικής γνώσης πολλαπλασιάζεται με καταιγιστικό τρόπο, η επιμονή στις εξετάσεις έχει σαφή στόχευση: την ταξική κατηγοριοποίηση των σχολείων και την απομάκρυνση μαθητών, που δεν μπορούν να υποστηριχτούν οικονομικά με πολλούς τρόπους από την οικογένειά τους, από το τυπικό εκπαιδευτικό σύστημα. Και όμως, σήμερα περισσότερο από ποτέ η εκπαίδευση έχει αναδειχθεί στον βασικότερο πυλώνα καλλιέργειας Παιδείας στη νέα γενιά. Η τεχνολογική απομόνωση, η κλιματική κρίση, η πολιτιστική υποχώρηση, η ανάγκη συνύπαρξης σε ένα καινούριο πολυπολιτισμικό περιβάλλον, η αλληλεγγύη προς τα πλήθη των προσφύγων και η εντεινόμενη ανισότητα ανάμεσα στους λαούς της Γης, είναι μερικά από τα θέματα που το σχολείο οφείλει να θέσει ως μείζονα και να εκπαιδεύσει τους πολίτες του Αύριο.

Εξακολουθούμε να παραμένουμε πιστοί στην αντίληψη ότι μια Νέα Εκπαιδευτική Πολιτική είναι όχι μόνο αναγκαία αλλά και εφικτή. Αν και οι κυβερνητικές επιλογές κινούνται προς την αντίθετη ακριβώς κατεύθυνση, εμείς ως Εκπαιδευτικοί Λειτουργοί δεν θα πάψουμε να αγωνιζόμαστε για μία Παιδεία που θα απευθύνεται ισότιμα σε όλα τα παιδιά, θα αντιμετωπίζει τα τεράστια προβλήματα της σύγχρονης εποχής και θα δημιουργεί τον Ενεργό Πολίτη του 21ου αιώνα.